ΟΙ ΤΡΑΥΜΑΤΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

Τοξικοι συντροφοι και Ποτε μια σχεση ειναι επικινδυνη λόγω της επιλογής του συντρόφου, ο οποίος στην αρχή φάνταζε ένα ασφαλές ταίριασμα.

«Πριν να το καταλάβουν τοποθετήθηκαν οι κρίκοι του ελέγχου και με την πάροδο του χρόνου γίνονταν όλο και πιο σφικτοί».

Αξίζει να τονιστεί ότι υπάρχουν πολλοί λόγοι που ένα άτομο εκδηλώνει βίαιη και επιθετική συμπεριφορά εις βάρος του συντρόφου του. Για παράδειγμα, η κατάχρηση ουσιών, αλκοόλ, μια νευρολογική κατάσταση που επιδρά στην συμπεριφορά ή μια διαταραχή προσωπικότητας, όπως αντικοινωνική συμπεριφορά ή ψυχοπάθεια, οριακή διαταραχή προσωπικότητας ή ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας. Αν και οι λόγοι μπορεί να διαφέρουν, η επίπονη πραγματικότητα και τα αποτελέσματα για πολλά άτομα είναι τα ίδια. Η νευροχημεία του έρωτα και της προσάρτησης, ιδιαίτερα στην παρουσία της κακοποίησης, μπορεί να καταδικάσει ένα θύμα σε ένα βλοσυρό μέλλον πλάι σε έναν κακοήθη σύντροφο. Εύλογα κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι κανένας δεν είναι υπόχρεος να παραμείνει με κάποιον που τον φοβίζει, τον ελέγχει ή τον τρομάζει. Όμως, η φυσιολογική λειτουργία του εγκεφάλου αποτελεί εμπόδιο στην εκπλήρωση αυτής της απόφασης.

Ας δούμε γιατί συμβαίνει αυτό:

Συνηθισμένες Αντιδράσεις του Εγκεφάλου προς ένα Κακοποιό

Μερικά σημαντικά συστατικά που συνεισφέρουν στον «εθισμό» κάποιου με τον κακοποιό τους είναι η οξυτοκίνηεσμός), τα ενδογενή οπιώδη (ηδονή, πόνος, απόσυρση, εξάρτηση), ο συντελεστής ελευθέρωσης κορτικοτροπίνης (απόσυρση, στρες), και η ντοπαμίνη (λιγούρα, ψάξιμο, θέληση). Με τέτοια δυνατή νευροχημεία σε δυσλειτουργικές καταστάσεις είναι ιδιαίτερα δύσκολο να χειριστείς συναισθήματα ή να πάρεις λογικές αποφάσεις.

Τοξικές έναντι Φυσιολογικών Σχέσεων

Οι νευροβιολογικές αλλαγές που λαμβάνουν χώρο για τα θύματα κακοποίησης πιθανόν να μοιάζουν με αυτά κατά τη φάση της διάλυσης μιας σχέσης χωρίς κακοποίηση. Όταν ο καθένας από μας ερωτεύεται και συνδέεται με κάποιοάλλο άτομο, η νευροχημεία του συστήματος ανταμοιβής αντιδρά στο να εγκαταστήσει αυτό τον δεσμό. Σε καταστάσεις κακοποίησης πιθανόν το μυαλό να έχει την ίδια προσκόλληση που ο καθένας θα είχε προς το άτομο που αγαπά. Ωστόσο, για τα θύματα της κακοποίησης αυτός που αγαπούν δεν είναι ασφαλής και η σχέση δεν είναι σταθερή.

Αυτό που συμβαίνει νευροβιολογικά σε μια τοξική σύνδεση δεν διαφέρει πολύ από αυτό που συμβαίνει σε μια φυσιολογική σχέση. Η βασική διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι ο εγκέφαλος είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος σε αυτά που συμβαίνουν στο περιβάλλον γύρω του έτσι ελευθερώνει χημικές ουσίες σε αντίδραση της τοξικής συμπεριφοράς του συντρόφου. Αν τραπεί σε φυγή ή συμπεριφερθεί άσχημα υπάρχει μια αντίδραση που κάποιος σε μια «φυσιολογική σχέση» δεν θα βίωνε. Αυτό ισχύει και για τη νευροχημεία, όπως τα ενδογενή οπιώδη, η ντοπαμίνη και ο συντελεστής ελευθέρωσης κορτικοτροπίνης. Οι φυσιολογικοί σύντροφοι δεν δημιουργούν το ίδιο συναισθηματικά φορτισμένο κλίμα όπως ο κακοποιός.  

Δεσμός με Τραύμα και Γνωστική Ασυμφωνία

Αυτό μας φέρνει σε δύο ψυχολογικά επίπεδα που είναι ζωτικής σημασίας για θύματα συναισθηματικής και σωματικής κακοποίησης για να τα προσέχουν:

1. Ο δεσμός με το τραύμα
2. Η γνωστική ασυμφωνία

Και τα δύο παραμερίζουν τη σωστή λογική που θα μπορούσε να βοηθήσει να αποκτήσει ελευθερία από την τοξικότητα. Αυτές οι διαδικασίες συμβαίνουν αυτόματα μέσα στον εγκέφαλο και είναι το αποτέλεσμα της νευροχημικής καταιγίδας που αναφλέγει ο κακοποιός σύντροφος.

Παράδειγμα – Η Καϊτλίν και ο Μάρκος

Οι Καϊτλίν και Μάρκος ήταν νιόπαντροι. Η ιστορία τους περιλάμβανε εκρηκτικές οργές, μοιχείες, απουσίες χωρίς επαφή, ψέματα και παιχνίδια του μυαλού, όπως η γελοιοποίηση, η προβολή, ο αποδιοπομπαίος τράγος και η μετατόπιση της ευθύνης. Όμως, υπήρχαν και φορές που ο Μάρκος ήταν υπέροχος. Τώρα που παντρεύτηκαν, η Καϊτλίν ήλπιζε ότι θα προσπαθούσε πιο πολύ και θα έδειχνε περισσότερα από την θετική του πλευρά.

Μετά από μερικούς μήνες έγγαμου βίου η Καϊτλίν δέχτηκε ένα γραπτό μήνυμα από ένα άγνωστο αριθμό. Περιλάμβανε μια φωτογραφία από ένα υπερηχογράφημα με το μήνυμα «υποθέτω ότι ο Μάρκος δεν σου μίλησε γι’ αυτό, ακόμα. Τον χρειάζομαι να μείνει μαζί μου, μέχρι να γεννηθεί το μωρό». Η Καϊτλίν ένιωσε σιχαμερή και κατέρρευσε στο πάτωμα. Πολλά αναπάντητα ερωτήματα κατέκλεισαν το μυαλό της: «Πώς μπόρεσε να κάνει αυτό; Γιατί το έκανε αυτό σε μένα;». Η προδοσία την πλήγωσε τόσο βαθιά που αρρώστησε σωματικά. Αν και προσπάθησε μέσα από συζητήσεις και παρακάλια να μείνει μαζί της, ωστόσο δεν τα κατάφερε και ο Μάρκος έφυγε, για να περάσει δυο βδομάδες με την εγκυμονούσα, πρώην φιλενάδα του στο σπίτι της. Δεν ήταν απολογητικός, παρά μόνο έριξε το φταίξιμο για την όλη κατάσταση στην Καϊτλίν: «Αυτή ήταν εκεί για μένα! Εξάλλου, ήμασταν σε διάσταση, όταν συνέβη!».

Παρ’ όλαυτά ο συναισθηματικός πόνος της Καϊτλίν ήταν ανυπόφορος. Το μόνο που ήθελε ήταν να έχει τον άντρα της στο σπίτι και να προσπαθήσουν πάλι από την αρχή. Του τηλεφωνούσε και του έστελνε καθημερινά γραπτά μηνύματα. Του μιλούσε γλυκά και υπομονετικά, επειδή γνώριζε την υπερευαισθησία του σε κάθε κριτική (ακόμα και αν ήταν απόλυτα δικαιολογημένη). Του είπε ότι τον αγαπούσε και ότι πάντα θα τον στήριζε, όμως, δεν ήξερε  πώς θα το κατάφερνε. Αλλά, η απόγνωσή της τον εξόργισε και έτσι δεν μπορούσε να της δείξει συμπάθεια, ενώ οι αντιδράσεις του ήταν επίπονες, ψυχρές και γεμάτες μίσος.

Η Καϊτλίν βρισκόταν για μέρες σε σύγχυση. Ξαφνικά, κατέληξε σε ορθολογικές εξηγήσεις που θα ομαλοποιούσαν την κατάσταση. Αποφάσισε ότι ο Μάρκος ήταν σωστός, όταν είπε ότι οι δυο τους ήταν σε διάσταση, την εβδομάδα που άφησε έγκυο την πρώην φιλενάδα του. Άρα, στην πράξη δεν έκανε κάτι λάθος. Δεν ήταν μαζί. Είπε στον εαυτό της ότι η οργή του και τα λόγια μίσους προέκυψαν από ντροπή και ενοχή. Το πίστεψε αυτό, αν και εκείνος ουδέποτε της εξέφρασε μια ειλικρινή απολογία. Έτσι, λοιπόν, δικαιολόγησε την απομάκρυνση του πόνου της και τελικά έπεισε τον εαυτό της ότι όλα θα πήγαιναν καλά νιώθοντας ανακούφιση μέσα στην ψευδαίσθησή της. Όμως, η Καϊτλίν δεσμεύτηκε τραυματικά με τον Μάρκο«καταδικάζοντας» τον εαυτό της σε ένα μέλλον με περισσότερο πόνο.

Γνωστική Ασυμφωνία

Η γνωστική  ασυμφωνία είναι μια αντανάκλαση της  δυσφορίας όταν κατακρατείς δύο αντίθετες πεποιθήσεις. Η Καϊτλίν είχε δύο αλληλοσυγκρουόμενα πακέτα σκέψεων που αφορούσαν τον Μάρκο:

Α. Είναι ένα απαίσιο άτομο που παραβίασε την εμπιστοσύνη μου και έχει ένα πρότυπο σκληρότητας.

Β. Ο Μάρκος είναι ένας καλός άνθρωπος. Δεν είχε πρόθεση να με βλάψει. Η επιθετικότητά του δεν στρεφόταν πραγματικά σε μένα.

Όταν ο εγκέφαλός μας προσπαθεί να βρει άκρη μέσα από την αλληλοσυγκρουόμενη πληροφόρηση είναι συνηθισμένη μια διαδικασία αιτιολογίας και ορθολογικής εξήγησης. Μπορεί να συμβεί μέσα σε μια στιγμή. Επομένως, η Καϊτλίν για να δώσει τέλος στην αγωνία της και να επιλύσει τη γνωστική ασυμφωνία εξαπάτησε τον εαυτό της και προτίμησε να  πιστέψει την επιλογή Β. -> Επιλύοντας τη γνωστική ασυμφωνία είναι μια μορφή αυτορρύθμισης και αυτοχαλάρωσης που  ενεργοποιείται από τον εγκέφαλο (συσχετισμένο με τον προμετωπιαίο φλοιό, insula, ventral striatum και frontoparietal regions). Η λογικοποίηση από το θύμα, της δυσλειτουργικής και πιθανόν επικίνδυνης κατάστασης,  αντανακλά μια μορφή γνωστικής επανεκτίμησης.

Ο  Τραυματικός Δεσμός

Έχουμε αγγίξει τα τέσσερα νευροχημικά, τους πρωτεύοντες κινητήρες που υπογραμμίζουν τον τραυματικό δεσμό (π.χ. ντοπαμίνη, ενδογενή οπιώδη, συντελεστής ελευθέρωσης κορτικοτροπίνης και οξυτοκίνη). Συχνά, όταν ένα άτομο δέχεται τραύμα από ένα ρομαντικό σύντροφο ή κάποιον που αγαπά αυτά τα χημικά γίνονται σημαντικά αρρύθμιστα.

Στην παρουσία ενός τέτοιου εθισμού θα υπάρξει μια έντονη λιγούρα, μια υπερυψωμένη αξία που αποδίδεται στον κακοποιό και μια έντονη επικέντρωση πάνω στη σχέση και την επίλυση της σύγκρουσης. Το μυαλό του θύματος συχνά στρέφεται στην αυτόεξαπάτηση και σε ορθολογισμούς, για να επιλύσει τη γνωστική ασυμφωνία. Πιο συγκεκριμένα, ένα θύμα μπορεί να δώσει δικαιολογίες στον εαυτό του, σε φίλους και στην οικογένειά του, για να εξηγήσει ή να μειώσει την τοξική παραβατική συμπεριφορά του συντρόφου του όπως: «Πραγματικά, λυπάται. Δεν πρόκειται να το ξανακάνει».

Πώς Λειτουργεί το Μυαλό Εναντίον των Θυμάτων Κακοποίησης

Ένα άτομο μπλεγμένο σε μια τοξική σχέση μπορεί να αγκυροβοληθεί σε ένα σύντροφο που θα μπορούσε να του προκαλέσει θανατηφόρα βλάβη. Επιπρόσθετα, με τις αλλαγές που συμβαίνουν με τη νευροχημεία, το νευροπεπτίδιο οξυτοκίνηστοιβάζει μια διπλή δόση για τις γυναίκες (Σύμφωνα με τα ευρήματα της Dr Taylor, η αγγειοπρεσσίνη, παρά η οξυτοκίνη, δείχνει συσχετισμό με τη δυσφορία στους άνδρες). Η οξυτοκίνη είναι πολύ ευαίσθητη στο κοινωνικό μας περιβάλλον, διότι είναι συναφής. Συνεπώς, ψυχολογικοί ή σωματικοί συντελεστές του στρες καταλήγουν να ελευθερώνουν οξυτοκίνη. Υψηλά επίπεδα αυτού του νευροπεπτιδίουμπορούν να έχουν δύο εντελώς αντικρουόμενες σημασίες. Από τη μία μπορεί να καλμάρει το στρες και από την άλλη να το αυξήσει. Συμπερασματικά, οι εμπλεκόμενοι αισθητήρες οξυτοκίνης φαίνεται να εξαρτώνται πάνω στο κοινωνικό πλαίσιο.

Συγκεκριμένα:

1. Υψωμένα επίπεδα οξυτοκίνης μπορούν να μειώσουν και να καλμάρουν το στρες. Αυτό συνδέεται με τους αισθητήρες οξυτοκίνης που βρίσκονται στην περιοχή αμυγδαλή του εγκεφάλου. Ωστόσο:
2. Τα υψηλά επίπεδα οξυτοκίνης είναι σημάδι κοινωνικής δυσφορίας. Αυτό συνδέεται με αισθητήρες οξυτοκίνης που βρίσκονται στο πλευρικό διάφραγμα.  

Αυτόν τον διπλό ρόλο των αισθητήρων οξυτοκίνης τον έχει περιγράψει αρχικά η Dr Shelley E. Taylor σε μελέτες που έγιναν στο University of California εξηγώντας ότι η οξυτοκίνη μπορεί να αυξηθεί κάτω από αρνητικές κοινωνικές συνθήκες αναγκάζοντας ένα άτομο να ψάξει για καλύτερες κοινωνικές συνθήκες.

Για αυτούς που έχουν την τάση να συνδέονται βαθιά με τον σύντροφό τους, ο εγκέφαλός τους δεν τους αφήνει να εγκαταλείψουν σχέσεις, εύκολα. Εκτός αυτού, τα ενδογενή οπιώδη υποκινούν τα συναισθήματα του πόνου και της απώλειας  προκαλώντας μια απεγνωσμένη επιθυμία για ανακούφιση και έτσι επιζητούν το πρόσωπο που έχασαν.

Η οξυτοκίνη είναι ένα από τα χημικά που πιέζουν για να γίνει αυτή η «επανένωση». Τείνει να διευκολύνει τη διατήρηση των συνδέσεων. Άρα, όταν κάποιος κάνει βήματα για να εγκαταλείψει μια σχέση, θα έχει δύο συστήματα στρες να προκαλούν δυσφορία. Το πρώτο είναι το σύστημα στρες του άξονα Υποθαλάμου – επινεφριδίων – αδρεναλίνης (HypothalamicpituitaryadrenalHPA). Ενώ το άλλο είναι ένα σύστημα κοινωνικού στρες που υποκινείται από την οξυτοκίνη. Αυτό, βέβαια, συνοδεύεται από τον πόνο, την απόσυρση, την εξάρτηση και τη λιγούρα που προστίθενται από την άλλη χημεία.

Πώς να Βοηθήσουμε τον Εαυτο μας 

Ένας από τους πολλούς τρόπους όπου τα θύματα μπορούν να βοηθήσουν το μυαλό τους να διαλύσει ένα τραυματικό δεσμό είναι να  διευκολύνουν την ελευθέρωση της χαλαρωτικής οξυτοκίνης (από την αμυγδαλή). Ερεθίζοντας τους αισθητήρες οξυτοκίνης αυτού του τύπου, μπορούν να μειωθούν οι λιγούρες, να ευκολυνθεί η απόσυρση και κατεπέκταση να ελαττωθεί ο πόνος. Αυτό θα επιτευχθεί με μια γόνιμη επικοινωνία. Αξίζει να σημειωθεί ότι η επικοινωνία δεν πρέπει να είναι με τον τοξικό σύντροφο, διαφορετικά ο δεσμός θα βαθύνει μαζί του, καθώς ο εγκέφαλος δεν έχει την ευκαιρία να ελευθερώσει αυτόματα χημεία προσάρτησης προς τον σύντροφο ιδιαίτερα αν επιδεικνύει καλή συμπεριφορά. Όμως, η συναναστροφή με ανθρώπους συμπονετικούς, γνήσιους και στοργικούς βοηθά το μυαλό να λειτουργεί άριστα.

Παρ’ όλ’ αυτά, σε μια μελέτη του 2010, οι Kim και Taylor και η ομάδα τους, εξερεύνησαν την κουλτούρα και την παρουσία του γονιδίου του αισθητήρα οξυτοκίνης (oxytocin receptor gene OXTR). Συγκεκριμένα, άτομα της Κορεάτικης κουλτούρας, δεν αντιδρούν στην κοινωνική στήριξη (ή δεν την επιδιώκουν) με τον τρόπο που είναι συνήθης για τους Αμερικανούς όταν είναι αγχωμένοι.

 Ελενα Αριστοδημου

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *